διασυρίζω

διασῡρίζω,
A whistle, of the wind, LXXDa.3.50; f.l. in Theopomp. Hist.76:—also [suff] διασυν-σῡρίττω, c. acc. metaph.,

τὸ τῆς φήμης πτερὸν τὴν ὕβριν ἁπανταχῇ δ. Lib.Decl.40.59

; also, whistle away, waste idly, τὴν μέχρι τῆς αὐλῆς (sc. ὁδόν) Lyd.Mag.2.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασυρίζω — και διασυρίττω (Α) 1. σφυρίζω 2. (για άνεμο) φυσάω, σφυρίζω («καὶ ἐποίησε τὸ μέσον τῆς καμίνου ὡς πνεῡμα δρόσου διασυρίζον») 3. διαδίδω κάτι με ψιθύρους («τὸ τῆς φήμης πτερὸν τὴν ὕβριν ἀπαντᾱ ἢ διασυρίττει») 4. λαχανιάζω …   Dictionary of Greek

  • διασυριζόντων — διασυρίζω whistle pres part act masc/neut gen pl διασυρίζω whistle pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζει — διασυρίζω whistle pres ind mp 2nd sg διασυρίζω whistle pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζον — διασυρίζω whistle pres part act masc voc sg διασυρίζω whistle pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζοντος — διασυρίζω whistle pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζουσα — διασυρίζω whistle pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζουσαι — διασυρίζω whistle pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζουσαν — διασυρίζω whistle pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρίζων — διασυρίζω whistle pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ՇՆՉԵՄ — (եցի.) NBH 2 0486 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 8c, 11c ն. πνέω spiro, flo ἑμπνέω inspiro διαπνέω perflo ὐποπνέω sufflo φυσάω, ἑκφυσάω exsufflo, exspiro συρίζω, διασυρίζω sibilo. Շունչ կամ սիւք ʼի դուրս բերել. փչել.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.